Η ποντιακή του καταγωγή του Γκουρτζίεφ είναι ένα σημείο από οποίο ξεκινώντας κανείς μπορεί να καταλάβει αρκετά βασικά πράγματα για το μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο και τη διδασκαλία του. Το ότι ο πατέρας του ήταν Έλληνας Πόντιος από το Καρς του Καυκάσου δεν ενεργοποιεί μόνο το φυλετικό ενθουσιασμό που τόσο πληθωρικά χαρακτηρίζει την ποντιακή μου ράτσα. Συνάμα, φέρνει στην επιφάνεια καταβολές που, με κάποιο τρόπο, αισθάνομαι ότι συνδέονται με κάτι από την παράδοση, μέσα στην οποία είναι ριζωμένη η ζωή, η σκέψη και η πνευματική αναζήτηση του Γεώργιου Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ.

«Θέλω να με θυμούνται ως χοροδιδάσκαλο», είπε κάποτε ο Γκουρτζιεφ, κι αυτό παραπέμπει με σαφήνεια σε μια από τις πιο έντονες πλευρές της καταγωγής του από τον Πόντο.

Ο χορός είναι συνυφασμένος με τη ζωή των Ποντίων μ’ έναν τρόπο που καθρεφτίζει μια πολύ συγκεκριμένη στάση ζωής. Στους ποντιακούς χορούς δεν υπάρχει κάποιος αρχηγός που αυτοσχεδιάζει και κάνει τους υπόλοιπους να τον μιμούνται. Είναι όλοι ίσοι. Οι χορευτές βρίσκονται κοντά ο ένας στον άλλον, πλέκοντας με τα σώματά τους μια σφιχτοδεμένη κοινότητα που διαπερνάται από μια μορφή ενέργειας, μέσα στην οποία εξανεμίζονται τα όρια ανάμεσα στο άτομο και την ομάδα. Οι κινήσεις τελετουργικές, πότε αργές και πότε κλιμακωτά επιταχυνόμενες, μοιάζουν να προετοιμάζουν το έδαφος για μάχη. Για κάποιο λόγο, αυτή η ετοιμότητα για μια επερχόμενη ρήξη με την αδράνεια που χαρακτηρίζει την καθημερινή ζωή, μοιάζει ν’ αποτελεί ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της ποντιακής ιδιοσυγκρασίας.
Κάτι απ’ αυτήν την εκρηκτική συναισθηματική φόρτιση κι αμεσότητα που συνθέτει το υπόστρωμα του συλλογικού ασυνείδητου των Ποντίων αναγνωρίζω στον Γκουρτζίεφ, σε σχέση με την πνευματική αναζήτηση. «Ο Γκουρτζίεφ ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος. Ήταν σαν ένα ηφαίστειο», αναφέρει ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του θεάτρου, ο Γέρτζι Γκροτόφσκι, αντιπαραβάλλοντάς τον με τον ευφυή και περισσότερο διανοούμενο μαθητή του Πόντιου φιλοσόφου, Π. Ουσπένσκι.

Ο Γκουρτζίεφ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να διαλύει κάθε εικόνα του ως δασκάλου που επικαλείται την πίστη των οπαδών του. Δεν έχανε ευκαιρία ν’ απομυθοποιεί κάθε πνευματική αυθεντία και να τονίζει ότι μόνον η επιβεβαίωση της διδασκαλίας του μέσα από την προσωπική εμπειρία και γνώση μπορεί να οδηγήσει στην «αρμονική ανάπτυξη» του ανθρώπου και την κατανόηση των νόμων που διέπουν ολόκληρο το σύμπαν.
Το σύστημα των Ιερών Χορών που κληροδότησε στην ανθρωπότητα, αποτελεί το θεμέλιο του φιλοσοφικού του συστήματος, που για απώτερό του σκοπό έχει τη συνδυασμένη και παράλληλη ανάπτυξη μυαλού, συναισθήματος και σώματος. Μέσα από τις Κινήσεις, όπως ονομάζονται οι χοροί αυτοί, μπορεί κανείς να βιώσει μια τομή στο συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο συνδέεται με τα πράγματα και τους άλλους ανθρώπους σε μια δεδομένη στιγμή. Μπορεί ν’ ανακαλύψει μια νέα σχέση με το σώμα του, να δει ν’ αφυπνίζονται καινούργιες αισθήσεις και να γευτεί συγκινήσεις που μοιάζουν να βρίσκονται κάπου αποθηκευμένες μέσα του. Ένα άλλο, άγνωστο τοπίο σχέσεων και σημείων αναφοράς ανοίγεται μέσα στο ίδιο του το σώμα, που υπολείπεται να εξερευνηθεί.
Αλλά και μέσα στις συγκεκριμένες κινήσεις των Ιερών Χορών αναγνωρίζει κανείς ίχνη της ποντιακής χορευτικής παράδοσης. Για παράδειγμα, το υψωμένο σε 45 μοίρες χέρι με τεταμένο το δείκτη προς τα πάνω, που συναντάμε τόσο σε ποντιακές φιγούρες όσο και στις γκουρτζιεφικές Κινήσεις.

Ο Γκουρτζίεφ είχε μεγάλη εμμονή στο θέμα της σωστής και υγιεινής διατροφής. Ήταν ο πρώτος που κατονόμασε και στιγμάτισε την κονσερβοποίηση και την ποιοτική υποβάθμιση της διατροφής η οποία, ήδη, στην εποχή του είχε αρχίσει να εφαρμόζεται ευρέως στην Αμερική. Ακόμη, αποδείχτηκε εξαιρετικά προφητικός ως προς τις καταστρεπτικές συνέπειες των μεταλλαγμένων τροφίμων, όταν μίλησε για τα «τερατουργήματα» που δημιουργούν οι «επεμβάσεις» του ανθρώπου πάνω στα οπωροφόρα δέντρα (βλ. Όλα και τα Πάντα, κεφ. 42).

Ολόκληρο το θεωρητικό υπόβαθρο της γκουρτζιεφικής διδασκαλίας στηρίζεται στο διάγραμμα της τροφής, που με τόση ενάργεια ο Π. Ουσπένσκι περιγράφει στο βιβλίο του Αναζητώντας τον Κόσμο του Θαυμαστού (κεφ. 9). Τα τρία είδη τροφής (συνηθισμένη τροφή, αέρας, εντυπώσεις) και η δυνατότητα μετασχηματισμού τους σε λεπτότερες ουσίες μέσα στο «χημικό εργοστάσιο» που ονομάζεται ανθρώπινος οργανισμός, αναδεικνύουν ένα καθαρά επιστημονικό σύστημα ιδεών, όπου ύλη και πνεύμα διαπλέκονται σαν έννοιες, με απώτερο σκοπό τη μελέτη του ανθρώπου από μια πολύ συγκεκριμένη οπτική γωνία: την ανάπτυξη της συνείδησής του.
Η έννοια της τροφής, η καθημερινή κι αδιάλειπτη φροντίδα για την εξασφάλιση μιας καλής διατροφής αποτελεί ένα άλλο θεμελιώδες στοιχείο της ποντιακής ιδιοσυγκρασίας. Τα μεγάλα οικογενειακά και μη γεύματα είναι το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, εκεί που, μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα κοινών σημείων αναφοράς, τ’ άτομα συναντιούνται για να μοιραστούν τροφή, συναισθήματα και ιδέες.
Το να «θρέφεις» τους άλλους ήταν για τον Γκουρτζίεφ κάτι υλικό και πνευματικό μαζί. Μαγείρευε ο ίδιος κάθε μέρα για όλους τους μαθητές του και, μάλιστα, τους σερβίριζε στο τραπέζι. Τα εδέσματα πλούσια, με τις έντονες ανατολίτικες γεύσεις που είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, με το Αρμανιάκ και τ’ άλλα αλκοολούχα ποτά να ρέουν άφθονα σε κάθε γεύμα.
Τα γεύματα, στα οποία συχνά συμμετείχαν και πολλοί καλεσμένοι, ήταν μια μορφή τελετουργίας, με συγκεκριμένους «νόμους» που όλοι οι παριστάμενοι όφειλαν να σεβαστούν. Για παράδειγμα, όποιος ήθελε να πιει έπρεπε πρώτα να κάνει μια πρόποση που ήταν, συνάμα, και μια πρόκληση γι’ αυτόν: μέσα σε λίγες φράσεις, καλούνταν να διατυπώσει και να μοιραστεί με τους υπόλοιπους, στην ουσία, ό,τι τον εμπόδιζε στην προσωπική του ανάπτυξη, έτσι όπως το αντιλαμβάνονταν τη στιγμή εκείνη. Προσωπικά, δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση, όπου η διαδικασία του φαγητού να ξαναβρίσκει με τόση σαφήνεια την πρωταρχική της μεταμορφωτική λειτουργία: απαντώντας στην πρόκληση της πρόποσης, το άτομο αποδείκνυε την πρόθεσή του ν’ αποδεσμευτεί από τις αναστολές του για έκθεση απέναντι στους άλλους και να συνδεθεί με την ενεργειακή ροή της δεδομένης στιγμής.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η σκληρή δουλειά και η επιμονή των προσφύγων -μεγάλο μέρος των οποίων αποτέλεσαν οι Πόντιοι του Καυκάσου- ήταν αυτή που έβαλε τα θεμέλια για την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανανέωση της κυρίως Ελλάδας. Όσοι καταγόμαστε από προσφυγικές οικογένειες ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει ρεαλιστική αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων, που έπρεπε να υπερπηδηθούν τα δύσκολα εκείνα χρόνια.
Αν υπάρχει κάτι ως προς το οποίο δεν υφίσταται καμία αμφιβολία σχετικά με το πρόσωπο του Γκουρτζίεφ, είναι η εμμονή του στην ακρίβεια και τη σημασία της σκληρής δουλειάς. «Κάντο ακριβώς», έλεγε πολύ συχνά στους μαθητές του, παροτρύνοντάς τους να επιμένουν και να επανέρχονται ξανά και ξανά σε μια συγκεκριμένη προσπάθεια. Ο Γκουρτζίεφ θεωρούσε δεδομένο ότι χρειαζόταν πολύς κόπος για να καταφέρει κανείς κάτι. Ήταν εργασιομανής. Ονόμασε, μάλιστα, την ίδια του τη φιλοσοφική πρακτική μέθοδο «Εργασία στον εαυτό», τονίζοντας, έτσι, ότι τίποτε δεν χαρίζεται κι ότι η διαδικασία της εσωτερικής ανάπτυξης απαιτεί πραγματικό κι αδιάλειπτο κόπο. Έχουν μείνει παροιμιώδεις οι σκληρές συνθήκες χειρωνακτικής δουλειάς στις οποίες ασκούνταν οι μαθητές του, καθώς και η σπάνια ικανότητα του ίδιου του Γκουρτζίεφ να καταπιάνεται με κάθε είδους δουλειά και να βρίσκει τρόπο να την ολοκληρώνει.
Ο Γκουρτζίεφ είχε το χάρισμα να μιλάει για πολύ σοβαρά θέματα μ’ ευέλικτο και χιουμοριστικό τρόπο. Ένα απ’ αυτά έχουν να κάνουν με τις σύγχρονες γλώσσες σαν όργανα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Ο ίδιος είχε μεγαλώσει με ακούσματα πολλών ανατολίτικων γλωσσών τις οποίες και χειριζόταν με μεγάλη άνεση. Κι όταν, αργότερα, ήρθε στη Δύση, δεν άργησε να μάθει να χρησιμοποιεί εκεί και κάμποσες δυτικές γλώσσες. Έχοντας μια τόσο μεγάλη εποπτεία κι αναζητώντας τον, γλωσσικά, ακριβέστερο δυνατό τρόπο για ν’ αποτυπώσει τις ιδέες του, διατύπωσε στα έργα του μερικές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες γλωσσολογικές παρατηρήσεις που, από μόνες τους, θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.
Έτσι, μεταξύ άλλων, στο πρώτο κεφάλαιο του Όλα και τα Πάντα μιλά για την αλλοίωση της μητρικής του γλώσσας εξαιτίας της πολιτιστικής αφομοίωσης και της τάσης των Νεοελλήνων προς το μιμητισμό. Αναφέρει, λοιπόν, ότι οι συμπατριώτες του στην Ελλάδα έχουν παραποιήσει τόσο πολύ τη γλώσσα τους σε σχέση με τα Ελληνικά Ποντιακά του Καυκάσου, που είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβουν το δικό του γλωσσικό ιδίωμα. Δύσκολα μπορεί να παραβλέψει κανείς την επικαιρότητα της παρατήρησης αυτής, αν σκεφτεί τον όλο και μεγαλύτερο προβληματισμό για την ελληνική γλώσσα και τη μελλοντική της εξέλιξη.

της ΕΥΑΣ ΑΥΛΙΔΟΥ