Σήμερα, πάνω από πενήντα χρόνια μετά το θάνατό του, το έργο του Γκουρτζίεφ παρουσιάζει μια ιδιότυπη δυσκολία, καθώς μοιάζει ότι δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με ευκολία. Υπάρχουν ορισμένοι που τον ονομάζουν φιλόσοφο και τον θεωρούν κάτι σαν σύγχρονο Πυθαγόρα. Άλλοι τον βλέπουν σαν ένα ψυχολόγο, προάγγελο πολλών από τις απόψεις που τελικά επικράτησαν στο χώρο της ψυχοθεραπείας. Άλλοι πάλι θεωρούν πως ήταν ένας «μύστης», ή ακόμα και «προφήτης» μιας εποχής που έρχεται. Και βέβαια υπάρχουν και πολλοί που νομίζουν ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας καπάτσος Έλληνας πρόσφυγας από την Ρωσία, που κατάφερε να επιβιώσει στη Δύση πουλώντας «μεταφυσική τρέλα».

Στην πραγματικότητα ο Γκουρτζίεφ είχε αρχίσει να διδάσκει στην Πετρούπολη και τη Μόσχα πολύ πριν την επανάσταση. Γύρω του είχε σχηματιστεί ένας πυρήνας μαθητών που παρακολούθησε με σεβασμό την προσπάθειά του να εκφράσει τις ιδέες του για τη δυνατότητα της ανάπτυξης της συνείδησης. Και το ενδιαφέρον είναι ότι, για να το κάνει, παρουσίασε μια ολοκληρωμένη θεώρηση της ψυχικής δομής του ανθρώπου, ένα εκπληκτικό οικοδόμημα σκέψης που εντυπωσιάζει όποιον ασχοληθεί και αρχίσει να το καταλαβαίνει σε κάποιο βάθος. Παράλληλα, συνόδευσε τις παρατηρήσεις του με ασκήσεις και πρακτικές που αρχίζουν από το διαλογισμό και φτάνουν μέχρι την κίνηση του σώματος και το χορό, σε σημείο που να θεωρείται πρωτοπόρος του κινήματος αυτογνωσίας που ξαπλώθηκε σε όλη τη Δύση τον εικοστό αιώνα.

Όπως κι αν έχει το συγκεκριμένο ζήτημα, ένα ερώτημα παραμένει: Που ανήκουν οι ιδέες του Γκουρτζίεφ; Πρόκειται περί συγκροτημένων απόψεων που αντέχουν τον ακριβή και διεξοδικό επιστημονικό έλεγχο, ή εμπλέκονται σ’ αυτές αλληγορικές εικόνες, τις οποίες, για να τις υιοθετήσει κανείς απαιτείται εκ μέρους του κάποια τουλάχιστον δόση πίστης; Ή μήπως το περιεχόμενό τους είναι μυστικιστικό, που η αποδοχή του προϋποθέτει την πλήρη συναισθηματική εγκατάλειψη;

Ο ίδιος ο Γκουρτζίεφ ονομάζει την προσέγγισή του «αντικειμενική επιστήμη». Και στα γραπτά του επιχειρεί με σαφήνεια να αντιδιαστείλει ανάμεσα σ’ αυτήν, την «αντικειμενική», και την άλλη, εκείνη που με κάποια ειρωνεία αποκαλεί «επίσημη επιστήμη».

Μέσα από την παράδοση που άφησε ο Γκουρτζίεφ, προφορική και γραπτή, αναδύεται η άποψή του ότι η διαφορά ανάμεσα σε «αντικειμενική» και «υποκειμενική» επιστήμη σχετίζεται με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα της συνείδησης και της ανάπτυξής της: Όσο η επιστήμη ντε φάκτο εκλαμβάνεται ως μέσο απόκτησης υλικού οφέλους, κέρδους, φήμης, ακαδημαϊκού κύρους, εξουσίας, ή ως μέσο ικανοποίησης περιέργειας, επιστημονικής ή ακόμα και μεταφυσικής, τότε τα κίνητρα για την άσκησή της πρέπει να θεωρηθούν υποκειμενικά, με την έννοια ότι τέτοια κίνητρα αντιπροσωπεύουν προσωπικές αξίες, ρευστές, που ποικίλουν από το ένα άτομο στο άλλο. Εάν όμως η επιστημονική αναζήτηση συνοδεύει την βιωμένη εσωτερική ανάγκη για βελτίωση του εαυτού, τότε η πρακτική της επιστήμης είναι συνδεδεμένη με την αντικειμενική ροή των ενεργειών μέσα στο ένα ζωντανό σύμπαν που ολόκληρο ακολουθεί την τροχιά της ανάπτυξης της συνείδησης.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, το ζήτημα της ανάπτυξης της συνείδησης μετατίθεται στο επίκεντρο κάθε επιστημονικής θεωρίας. Κι τούτο, διότι εάν προς στιγμήν δεχθεί κανείς αυτή τη θέση, ότι δηλαδή υπάρχει για τον άνθρωπο έστω και η απλή δυνατότητα της ανάπτυξης της συνείδησης μέσα του, τότε αναγκαστικά η άποψη αυτή αυτόχρημα ανάγεται σε επιστημονικό και φιλοσοφικό αυτοσκοπό: Πώς θα ήταν δυνατόν να έχω εμπιστοσύνη στα όσα νομίζω για τον κόσμο, εάν δέχομαι ότι αυτός ο ίδιος ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο μπορεί να βελτιωθεί; Είναι παράλογο να μιλώ για τον κόσμο εάν δεν τον γνωρίζω. Πρωταρχική μου υποχρέωση σ’ αυτή την περίπτωση γίνεται η αναζήτηση και η πραγμάτωση αυτής της βελτίωσης. Ο βασικός επιστημονικός μου στόχος προσανατολίζεται στο να καταλάβω και να περιγράψω με τα λόγια αυτή την ανάπτυξη, τη δυνατότητα της οποίας αντιλαμβάνομαι διαισθητικά και ίσως και βιωματικά, αλλά η οποία παραμένει πέραν του συνηθισμένου ερμηνευτικού βεληνεκούς της «επίσημης» επιστήμης μου, η οποία, οφείλουμε να το παραδεχθούμε, με τον τρόπο που είναι διαρθρωμένη δεν είναι καν σε θέση να διαχειριστεί ορθολογικά το ζήτημα της συνείδησης.

Το θέμα είναι ότι οι απόψεις του Γκουρτζίεφ, όσο και εάν βασίζονται σ’ αυτή την «εξωτική» άποψη περί της δυνατότητας για ανάπτυξη της συνείδησης, όχι μόνο εμφανίζονται να συμπλέουν με κάθε έγκυρη ψυχολογική παρατήρηση του χώρου της «ακαδημαϊκής επιστήμης», αλλά και να επιτρέπουν την ορθολογική πρόσβαση στο χώρο των διάφορων εμπειριών που καταγράφονται στα πλαίσια των «μεταφυσικών» πρακτικών που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που, κατά καιρούς, την πατρότητα των ιδεών του Γκουρτζίεφ διεκδικούν Σούφηδες του Ισλάμ, ορθόδοξοι χριστιανοί καλόγεροι, Ινδουιστές της Ατβάϊτα, αλλά και διάφοροι άλλοι.

Σε θέματα τέτοια, βέβαια, το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η πεισματική διαφύλαξη ενός «κοπιράιτ». Η ουσία είναι, πόσο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να φέρει κάτι για το οποίο υπάρχει η ευρύτερη ανάγκη. Και η μεγάλη απήχηση των ιδεών του Γκουρτζίεφ μοιάζει να αγγίζει αυτή τη δυνατότητα.